Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124
Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124

Τα έξυπνα γυαλιά του Άδωνι Γεωργιάδη προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις, αλλά το πραγματικό θέμα είναι μεγαλύτερο: η κάμερα μετακινείται από το κινητό στο πρόσωπό μας και η τεχνολογία αλλάζει αθόρυβα τα όρια της ιδιωτικότητας.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το αν ο υπουργός Υγείας πάτησε ή όχι το κουμπί της καταγραφής. Αφορά μια τεχνολογία που βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας και αλλάζει, σχεδόν αθόρυβα, τα όρια ανάμεσα στη δημόσια παρουσία, την ιδιωτικότητα και τη διαρκή επιτήρηση.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, όταν κάποιος ήθελε να σε φωτογραφίσει ή να σε βιντεοσκοπήσει, έβγαζε από την τσέπη του ένα κινητό τηλέφωνο, το σήκωνε μπροστά στο πρόσωπό σου και συνήθως καταλάβαινες τι συμβαίνει.
Σήμερα, η κάμερα μπορεί να είναι ήδη στραμμένη επάνω σου χωρίς να μοιάζει καθόλου με κάμερα.
Μπορεί να βρίσκεται σε ένα ζευγάρι γυαλιά.
Και κάπως έτσι, η τεχνολογική επανάσταση έφτασε και στην ελληνική πολιτική. Όχι με κάποιο εθνικό σχέδιο ψηφιακής μετάβασης, ούτε με μια σοβαρή κοινοβουλευτική συζήτηση, αλλά φορεμένη στο πρόσωπο του Άδωνι Γεωργιάδη.
Ο υπουργός Υγείας εμφανίστηκε στις επισκέψεις του στη Λήμνο και στη Λέρο φορώντας γυαλιά Ray-Ban Meta, τα οποία διαθέτουν ενσωματωμένη κάμερα, μικρόφωνα, ηχεία και δυνατότητα χειρισμού με φωνητικές εντολές. Όταν η εικόνα κυκλοφόρησε, ακολούθησε η αναμενόμενη ελληνική διαδικασία: καταγγελίες, αναρτήσεις, βαριές εκφράσεις, πολιτικές αψιμαχίες και τελικά μεταφορά του θέματος στη Βουλή.
Για λίγες ώρες, η χώρα ξέχασε τις ελλείψεις στα νοσοκομεία και ασχολήθηκε με το αν αναβόσβηνε το λαμπάκι στα γυαλιά του υπουργού.
Ομολογουμένως, πρόκειται για μια μορφή ψηφιακού εκσυγχρονισμού: μπορεί να μην έχουμε παντού γιατρούς, αλλά έχουμε πλέον υπουργό με κάμερα στο ύψος των ματιών.

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό, γιατί ένα σοβαρό άρθρο δεν μπορεί να βασίζεται σε υποψίες που παρουσιάζονται ως αποδείξεις.
Δεν έχει τεκμηριωθεί ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης κατέγραφε τους πολίτες με τα γυαλιά του κατά τις συγκεκριμένες επισκέψεις. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα χρησιμοποίησε ως συσκευή Bluetooth και όχι ως κάμερα. Επισήμανε επίσης ότι τα πλάνα που δημοσιεύθηκαν προέρχονταν από τηλεοπτικά συνεργεία και τοπικά μέσα, αφού ο ίδιος εμφανιζόταν μέσα σε αυτά.
Επομένως, ο χαρακτηρισμός «υπουργός-κατάσκοπος» μπορεί να προσφέρεται για τα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά δεν αποτελεί δημοσιογραφικό συμπέρασμα.
Το ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται αλλού.
Ο κ. Γεωργιάδης δεν περιορίστηκε να πει ότι δεν κατέγραφε. Δήλωσε ότι θεωρεί τα γυαλιά μέσο προστασίας και ότι σκοπεύει να τα φορά σε δημόσιες συναθροίσεις, ώστε να μπορούν να καταγράφονται ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις εναντίον του.
Από εκείνη τη στιγμή, το θέμα παύει να αφορά απλώς ένα ακριβό τεχνολογικό αξεσουάρ.
Αφορά την πιθανή χρήση μιας φορητής κάμερας από έναν υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Και αυτό είναι κάτι πολύ σοβαρότερο από το αν τα γυαλιά τού πηγαίνουν αισθητικά.
Η βασική υπερασπιστική γραμμή του υπουργού ήταν ότι τα γυαλιά διαθέτουν μια φωτεινή ένδειξη, η οποία ενεργοποιείται όταν γίνεται λήψη φωτογραφίας ή βίντεο. Η Meta πράγματι αναφέρει ότι το λεγόμενο capture LED ανάβει κατά την καταγραφή, ενώ το σύστημα ζητά από τον χρήστη να αποκαλύψει την ένδειξη εάν επιχειρήσει να την καλύψει.
Μέχρι εδώ, όλα σωστά.
Από εκεί και πέρα, όμως, το συμπέρασμα ότι το λαμπάκι καθιστά αυτομάτως κάθε χρήση νόμιμη είναι υπερβολικά βολικό.
Το λαμπάκι είναι μια τεχνική ειδοποίηση. Δεν είναι γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, δεν είναι δικαστική απόφαση και ασφαλώς δεν αποτελεί φορητή άδεια βιντεοσκόπησης.
Με την ίδια λογική, επειδή ένα αυτοκίνητο διαθέτει φλας, κάθε στροφή του οδηγού θα έπρεπε να θεωρείται και νόμιμη.
Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων δεν εξετάζει μόνο αν κάποιος αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάμερα. Εξετάζει τον σκοπό της καταγραφής, τη νομική βάση, την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα, τον χρόνο διατήρησης του υλικού, την πρόσβαση σε αυτό και την ενημέρωση των καταγραφόμενων.
Οι κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων επισημαίνουν ότι η βιντεοκαταγραφή πρέπει να είναι αναγκαία για έναν συγκεκριμένο σκοπό και να μην μπορεί αυτός να επιτευχθεί με λιγότερο παρεμβατικά μέσα. Παράλληλα, ο πολίτης πρέπει να ενημερώνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο για την ύπαρξη και τις συνθήκες της παρακολούθησης.
Ένα λευκό φωτάκι μερικών χιλιοστών μπορεί να δηλώνει ότι η κάμερα λειτουργεί.
Δεν απαντά όμως στο ποιος καταγράφει, για ποιον λόγο, πού θα αποθηκευτεί το υλικό και τι πρόκειται να συμβεί σε αυτό.
Εκτός αν θεωρούμε ότι ο πολίτης, πριν μιλήσει σε έναν υπουργό, πρέπει πρώτα να πραγματοποιήσει οφθαλμολογικό έλεγχο στον σκελετό του.
Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η κατασκευάστρια εταιρεία εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτική από αρκετούς ένθερμους υπερασπιστές του προϊόντος.
Στις οδηγίες υπεύθυνης χρήσης, η Meta προτρέπει τους κατόχους των γυαλιών να σέβονται όσους δεν επιθυμούν να φωτογραφηθούν, να διακόπτουν την καταγραφή όταν κάποιος το ζητά, να ενημερώνουν με φωνή ή σαφή χειρονομία πριν από τη λήψη και να απενεργοποιούν τη συσκευή σε ευαίσθητους χώρους, όπως ιατρεία, σχολεία, αποδυτήρια και χώρους λατρείας.
Με απλά λόγια, ούτε η Meta λέει: «Έχει λαμπάκι, άρα κάντε ό,τι θέλετε».
Λέει περίπου το αντίθετο: η τεχνολογία απαιτεί ευθύνη, ενημέρωση και σεβασμό προς τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι από τον φακό.
Ίσως τελικά τα έξυπνα γυαλιά να είναι πράγματι αρκετά έξυπνα.
Το ερώτημα είναι αν θα αποδειχθούμε εξίσου έξυπνοι και εμείς.
Το πραγματικό πρόβλημα των συσκευών αυτών δεν είναι ότι προσθέτουν άλλη μία κάμερα στον κόσμο.
Ο κόσμος είναι ήδη γεμάτος κάμερες.
Το κινητό μας φωτογραφίζει, το αυτοκίνητό μας καταγράφει τον δρόμο, τα καταστήματα έχουν συστήματα ασφαλείας και οι δημόσιες εκδηλώσεις καλύπτονται συχνά από δεκάδες δημοσιογράφους και πολίτες.
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι η κάμερα παύει να γίνεται αντιληπτή ως ξεχωριστή πράξη.
Όταν κάποιος σηκώνει ένα κινητό απέναντί σου, αντιλαμβάνεσαι ότι πιθανόν σε καταγράφει. Όταν φορά ένα συμβατικό στην όψη ζευγάρι γυαλιά, δεν γνωρίζεις αν ακούει μουσική, αν μιλά στο τηλέφωνο, αν ζητά πληροφορίες από την τεχνητή νοημοσύνη ή αν καταγράφει εσένα.
Η αβεβαιότητα είναι από μόνη της δύναμη.
Ο πολίτης μπορεί να περιορίσει αυτά που λέει. Ο εργαζόμενος μπορεί να αποφύγει να διαμαρτυρηθεί. Ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί άβολα. Ο πολιτικός αντίπαλος μπορεί να αναρωτηθεί αν κάθε κουβέντα θα εμφανιστεί λίγα λεπτά αργότερα στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν χρειάζεται να πραγματοποιείται διαρκώς καταγραφή για να αλλάξει η συμπεριφορά μας.
Αρκεί να πιστεύουμε ότι μπορεί να πραγματοποιείται.
Αυτή είναι η βαθύτερη κοινωνική επίδραση της φορητής επιτήρησης: η πιθανότητα της κάμερας γίνεται μόνιμη, ακόμη και όταν η κάμερα είναι κλειστή.
Τα γυαλιά της Meta μπορούν να τραβήξουν φωτογραφίες και βίντεο είτε με το πάτημα ενός κουμπιού είτε μέσω φωνητικής εντολής. Το υλικό εισάγεται στη συνδεδεμένη εφαρμογή του κινητού, από όπου μπορεί να προβληθεί ή να κοινοποιηθεί.
Αυτό δεν είναι επιστημονική φαντασία.
Είναι καταναλωτικό προϊόν που πωλείται σήμερα.
Και τα γυαλιά είναι μόνο η αρχή.
Οι κάμερες, τα μικρόφωνα και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα ενσωματώνονται όλο και περισσότερο σε ρολόγια, ακουστικά, αυτοκίνητα, οικιακές συσκευές και αντικείμενα που δεν θα θυμίζουν καθόλου ηλεκτρονικό εξοπλισμό.
Σε λίγα χρόνια, μπορεί να μη ρωτάμε ποιος κρατά κάμερα.
Θα ρωτάμε ποιο από τα αντικείμενα γύρω μας δεν διαθέτει κάμερα.
Η τεχνολογία προσφέρει πραγματικά οφέλη. Μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους με προβλήματα όρασης, να επιτρέψει μετάφραση και πρόσβαση σε πληροφορίες χωρίς τη χρήση χεριών, να καταγράψει ένα ατύχημα ή να προσφέρει αποδεικτικό υλικό σε περίπτωση επίθεσης.
Το να αρνηθούμε αυτές τις δυνατότητες θα ήταν τεχνοφοβία.
Το να τις δεχθούμε χωρίς κανόνες θα ήταν αφέλεια.
Υπάρχει ακόμη μία σημαντική παράμετρος.
Όταν ένας ιδιώτης φορά τέτοια γυαλιά σε έναν δημόσιο χώρο, φέρει ο ίδιος την ευθύνη της χρήσης τους.
Όταν όμως τα φορά ένας υπουργός απέναντι σε πολίτες, γιατρούς, εργαζομένους ή διαμαρτυρόμενους, η σχέση δεν είναι ισότιμη.
Ο υπουργός εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία.
Ο πολίτης που τον πλησιάζει δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να αναρωτιέται εάν συνομιλεί με έναν πολιτικό ή με ένα κινητό συνεργείο καταγραφής σε μορφή Ray-Ban.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπουργοί πρέπει να κυκλοφορούν τεχνολογικά αποστειρωμένοι.
Σημαίνει ότι η χρήση συσκευών καταγραφής από κρατικούς αξιωματούχους δεν μπορεί να εξαρτάται από την προσωπική κρίση, τη διάθεση ή τον εκάστοτε φόβο τους.
Χρειάζεται σαφές θεσμικό πλαίσιο.
Πρέπει να είναι γνωστό πότε επιτρέπεται η καταγραφή, ποιος είναι ο συγκεκριμένος σκοπός της, αν προηγείται ενημέρωση, πού αποθηκεύεται το υλικό, ποιος έχει πρόσβαση, πότε διαγράφεται και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να δημοσιοποιηθεί ή να παραδοθεί στις αρχές.
Διαφορετικά, ο υπουργός μετατρέπεται ταυτόχρονα σε χρήστη, κάμεραμαν, υπεύθυνο επεξεργασίας, φύλακα του αρχείου και ενδεχομένως εκδότη του υλικού.
Πολλές αρμοδιότητες για έναν άνθρωπο, ακόμη και αν διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη επάνω στη μύτη του.
Η αντιπολίτευση έχει δικαίωμα να ζητά απαντήσεις.
Δεν βοηθά όμως όταν αντικαθιστά τα δύσκολα ερωτήματα με χαρακτηρισμούς περί «κατασκόπων». Με αυτόν τον τρόπο, δίνει στον υπουργό την ευκαιρία να παρουσιάσει κάθε κριτική ως τεχνοφοβική υπερβολή.
Το σωστό ερώτημα δεν είναι: «Είναι ο Άδωνις μυστικός πράκτορας;»
Το σωστό ερώτημα είναι: «Ποιοι κανόνες ισχύουν όταν ένας κυβερνητικός αξιωματούχος φέρει επάνω του μια συσκευή με δυνατότητα καταγραφής;»
Ενεργοποιείται η κάμερα μόνο μετά από περιστατικό ή λειτουργεί προληπτικά; Ενημερώνονται όσοι βρίσκονται μπροστά της; Το υλικό αποθηκεύεται σε προσωπική ή υπηρεσιακή συσκευή; Ποιος εξασφαλίζει ότι δεν θα διαρρεύσει; Διαγράφεται όταν δεν έχει καταγραφεί αξιόποινη πράξη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν.
Όχι επειδή ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ο πρώτος πολιτικός που φόρεσε έξυπνα γυαλιά.
Αλλά επειδή σίγουρα δεν θα είναι ο τελευταίος.
Το περιστατικό μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη γραφική πολιτική σύγκρουση του καλοκαιριού. Θα ήταν λάθος.
Πίσω από τα αστεία, τις κοινοβουλευτικές ατάκες και το περίφημο λαμπάκι βρίσκεται μια πραγματική κοινωνική μετάβαση.
Η τεχνητή νοημοσύνη παύει να βρίσκεται μόνο σε μια οθόνη και αρχίζει να βλέπει και να ακούει τον κόσμο από τη δική μας οπτική γωνία.
Αυτό το μέλλον δεν πρόκειται να σταματήσει επειδή ενοχλεί κάποιους. Ούτε πρέπει να σταματήσει.
Πρέπει όμως να διαμορφωθεί με δημοκρατικούς κανόνες πριν η διαρκής καταγραφή γίνει τόσο συνηθισμένη, ώστε να πάψουμε να τη θεωρούμε πρόβλημα.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Άδωνις Γεωργιάδης πάτησε το «record» στη Λήμνο ή στη Λέρο. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει απόδειξη ότι το έκανε.
Το ζήτημα είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια εποχή όπου ο πολίτης δεν γνωρίζει πάντοτε αν το «record» έχει πατηθεί.
Και όταν η εξουσία κοιτάζει τον πολίτη μέσα από έναν φακό, δεν αρκεί να ανάβει ένα μικρό λαμπάκι.
Χρειάζεται να ανάψει και κάτι μεγαλύτερο: η θεσμική σοβαρότητα.