Ελληνική σημαία, ραγισμένο νόμισμα του ευρώ και πτωτική οικονομική καμπύλη συμβολίζουν τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα δεν σώθηκε – Απλώς αγόρασε χρόνο

Πίσω από τους καλούς δημοσιονομικούς αριθμούς, η παραγωγικότητα, το εξωτερικό έλλειμμα, η δημογραφία και η κατάσταση των νοικοκυριών προειδοποιούν ότι, χωρίς αλλαγή πορείας, τα δυσκολότερα χρόνια ίσως βρίσκονται ακόμη μπροστά μας

Τα τελευταία χρόνια ακούμε συχνά ότι η Ελλάδα γύρισε σελίδα. Η οικονομία αναπτύσσεται, η ανεργία μειώνεται, οι τράπεζες είναι ισχυρότερες, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα και το δημόσιο χρέος υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Όλα αυτά είναι πραγματικά γεγονότα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν παρουσιάζονται ως ολόκληρη η εικόνα.

Η οικονομική κατάσταση μιας χώρας δεν κρίνεται μόνο από τον ρυθμό ανάπτυξης ενός ή δύο ετών. Κρίνεται από το τι παράγει, πόσο ανταγωνιστική είναι, πόσο εξαρτάται από τις εισαγωγές και την εξωτερική χρηματοδότηση, τι είδους επενδύσεις προσελκύει και αν τα νοικοκυριά της μπορούν να ζήσουν, να αποταμιεύσουν και να σχεδιάσουν το μέλλον τους.

Όταν εξετάσουμε αυτούς τους δείκτες μαζί, το ελληνικό «success story» γίνεται πολύ λιγότερο εντυπωσιακό.

Δεν βλέπουμε μια οικονομία που έλυσε τα προβλήματά της. Βλέπουμε μια οικονομία που σταθεροποιήθηκε, προστατεύθηκε από μια ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους και ενισχύθηκε από μια ιστορικά μεγάλη εισροή ευρωπαϊκών χρημάτων.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν σώθηκε οριστικά. Αγόρασε χρόνο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνει με αυτόν τον χρόνο.

Οι καλοί αριθμοί είναι αληθινοί, αλλά δεν λένε όλη την αλήθεια

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025, ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανεργία υποχώρησε αισθητά, τα δημόσια οικονομικά βελτιώθηκαν και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολούθησε καθοδική πορεία.

Ωστόσο, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 εξακολουθούσε να βρίσκεται σχεδόν 14% χαμηλότερα από το υψηλότερο επίπεδο του 2008. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόταν μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα μοιραζόταν ουσιαστικά την τελευταία θέση της ΕΕ με τη Βουλγαρία.

Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να εμφανίζει ικανοποιητικούς ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά να παραμένει πολύ μακριά από το σημείο στο οποίο βρισκόταν πριν από τη μεγάλη κρίση – και ακόμη μακρύτερα από το σημείο στο οποίο βρίσκονται σήμερα οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η ανάπτυξη, επομένως, δεν είναι ανύπαρκτη. Είναι όμως ανεπαρκής για να καλύψει γρήγορα το τεράστιο έδαφος που χάθηκε.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο μακροχρόνιος πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας κινείται γύρω στο 1,5%. Με τέτοιο ρυθμό, η σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη θα είναι εξαιρετικά αργή.

Ανάπτυξη με ευρωπαϊκή υποστήριξη

Ένα σημαντικό μέρος της σημερινής οικονομικής δυναμικής συνδέεται με το Ταμείο Ανάκαμψης και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να καταστήσει το ελληνικό ΑΕΠ του 2026 σχεδόν 4,5% υψηλότερο σε σχέση με ένα υποθετικό σενάριο χωρίς αυτή την παρέμβαση. Πρόκειται για τεράστια ώθηση, η οποία προέρχεται κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων και της ζήτησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη είναι ψεύτικη. Τα έργα πραγματοποιούνται, επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται, εργαζόμενοι απασχολούνται και υποδομές δημιουργούνται.

Σημαίνει, όμως, ότι η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από μια έκτακτη πηγή χρηματοδότησης, η οποία έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για το 2026 και επιβράδυνση στο 1,6% το 2027, καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα ο ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί περίπου στο 1,5%, επηρεασμένος από τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.

Φυσικά, δεν σταματούν όλα τα ευρωπαϊκά κονδύλια μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να έχει πρόσβαση στα ταμεία συνοχής και σε άλλα κοινοτικά προγράμματα.

Η έκτακτη ώθηση, όμως, θα εξασθενήσει.

Τότε θα φανεί αν τα χρήματα δημιούργησαν μια οικονομία που μπορεί να αναπτύσσεται μόνη της ή αν απλώς συγκράτησαν προσωρινά στην επιφάνεια το παλιό μοντέλο.

Δουλεύουμε περισσότερο, παράγουμε λιγότερο

Ένας από τους πιο αποκαλυπτικούς δείκτες είναι η παραγωγικότητα της εργασίας.

Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο στην ΕΕ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν εργάζονται αρκετά ή ότι δεν διαθέτουν ικανότητες. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει: εργάζονται πολλές ώρες, αλλά μέσα σε ένα παραγωγικό περιβάλλον που δεν τους επιτρέπει να δημιουργήσουν αντίστοιχα υψηλή αξία.

Μια επιχείρηση με παλιό εξοπλισμό, περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια, χαμηλό επίπεδο ψηφιοποίησης και μικρή παρουσία στις διεθνείς αγορές δεν μπορεί να γίνει ανταγωνιστική απλώς απαιτώντας περισσότερες ώρες εργασίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε κλάδους σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και η γεωργία, καθώς και σε μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν οικονομίες κλίμακας και έχουν περιορισμένη διεθνή παρουσία.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις απασχολούν σχεδόν το 85% του εργατικού δυναμικού, όμως η μέση προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν το 2024 περίπου 20.000 ευρώ, έναντι 54.000 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος.

Χωρίς επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, χωρίς μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες επιχειρήσεις, χωρίς τεχνολογία, έρευνα, εξαγωγικό προσανατολισμό και καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν διατηρήσιμα.

Μπορούν να αυξηθούν προσωρινά με κρατικές αποφάσεις. Δεν μπορούν, όμως, να πλησιάσουν πραγματικά τους ευρωπαϊκούς μισθούς αν η αξία που παράγεται ανά ώρα εργασίας παραμένει σχεδόν στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Δεν είναι όλες οι επενδύσεις ίδιες

Η κυβέρνηση προβάλλει συχνά την αύξηση των επενδύσεων ως απόδειξη ότι το παραγωγικό μοντέλο αλλάζει.

Πράγματι, οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν από το 11,3% του ΑΕΠ το 2018 στο 16,9% το 2025. Η εξέλιξη είναι θετική και δεν πρέπει να υποτιμάται.

Παρά τη βελτίωση, όμως, το επενδυτικό ποσοστό παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κυρίως, παραμένει εξαιρετικά χαμηλή η επένδυση σε πνευματική ιδιοκτησία, τεχνολογία, λογισμικό, έρευνα και καινοτομία — δηλαδή στους τομείς που μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.

Οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη βρίσκονται περίπου στο 0,9% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% στην ΕΕ.

Το 2025 οι άμεσες ξένες επενδύσεις έφτασαν στο ιστορικό ύψος των 12 δισ. ευρώ. Και αυτό είναι θετικό. Το ΔΝΤ επισημαίνει, όμως, ότι η αύξηση των ξένων επενδύσεων οφείλεται εν μέρει στα ακίνητα και στις ιδιωτικοποιήσεις.

Η αγορά ενός ξενοδοχείου, ενός ακινήτου ή μιας ήδη λειτουργούσας επιχείρησης από έναν ξένο επενδυτή καταγράφεται ως επένδυση.

Δεν δημιουργεί, όμως, πάντοτε νέα παραγωγική δυνατότητα.

Άλλο είναι να αλλάζει ιδιοκτήτη ένα υπάρχον περιουσιακό στοιχείο και άλλο να δημιουργείται ένα νέο εργοστάσιο, ένα ερευνητικό κέντρο, μια τεχνολογική εταιρεία ή μια εξαγωγική παραγωγική μονάδα.

Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις και των δύο κατηγοριών. Χρειάζεται όμως πολύ περισσότερο εκείνες που δημιουργούν νέα παραγωγή, τεχνογνωσία και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Ο λογαριασμός που στέλνουμε στο εξωτερικό

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι ίσως ο πιο παραμελημένος δείκτης της ελληνικής οικονομίας.

Το 2025 διαμορφώθηκε στα 14,1 δισ. ευρώ ή στο 5,7% του ΑΕΠ. Μειώθηκε σε σχέση με το 2024, αλλά παρέμεινε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Και αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι τα τουριστικά έσοδα σημείωσαν νέο ρεκόρ.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Ότι η Ελλάδα εξακολουθεί συνολικά να εισάγει και να πληρώνει προς το εξωτερικό περισσότερα από όσα εισπράττει από τις εξαγωγές αγαθών, τις υπηρεσίες και τα εισοδήματά της.

Ο τουρισμός και η ναυτιλία φέρνουν πολύτιμο συνάλλαγμα. Δεν αρκούν, όμως, για να καλύψουν το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα των αγαθών.

Η χώρα εισάγει ενέργεια, μηχανήματα, ηλεκτρονικό εξοπλισμό, οχήματα, φάρμακα, πρώτες ύλες και μεγάλο μέρος των καταναλωτικών προϊόντων της.

Ακόμη και όταν αυξάνονται οι επενδύσεις, συχνά αυξάνονται μαζί και οι εισαγωγές, επειδή μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που απαιτείται δεν παράγεται στην Ελλάδα.

Έτσι, ένα μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων και των επενδυτικών δαπανών καταλήγει αναπόφευκτα να ενισχύει την παραγωγή άλλων χωρών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χαρακτηρίζει το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως τη βασική πηγή ευπάθειας της ελληνικής οικονομίας για το 2026.

Αυτή η διατύπωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή δεν προέρχεται από κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης ή από έναν απαισιόδοξο αναλυτή. Προέρχεται από την κεντρική τράπεζα της χώρας.

Τα νοικοκυριά γνωρίζουν ήδη την αλήθεια

Οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορούν να βελτιώνονται, ενώ η καθημερινή ζωή των πολιτών δυσκολεύει.

Το 2025 το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυξήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, ανατρέποντας μέρος της βελτίωσης που είχε καταγραφεί την προηγούμενη δεκαετία.

Στη στέγαση η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική.

Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, η μέση επιβάρυνση έφτανε στο 62,8%.

Παράλληλα, σχεδόν ένα στα τρία ελληνικά νοικοκυριά αντιμετώπιζε το 2025 δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, θέρμανσης, φυσικού αερίου ή νερού. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 7%.

Αυτά τα στοιχεία δεν περιγράφουν μια κοινωνία που απλώς γκρινιάζει επειδή δεν αντιλαμβάνεται τη μεγάλη οικονομική εικόνα.

Περιγράφουν νοικοκυριά με ελάχιστο περιθώριο ασφαλείας.

Όταν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από το ενοίκιο, την ενέργεια και τα τρόφιμα, δεν απομένουν χρήματα για αποταμίευση, εκπαίδευση, επιχειρηματική δραστηριότητα ή αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης.

Το ΔΝΤ κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επισημαίνει ότι τα νοικοκυριά με περιορισμένες αποταμιεύσεις είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε μια νέα μείωση του πραγματικού εισοδήματος ή σε αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης.

Μια οικονομία χωρίς επαρκή εγχώρια αποταμίευση είναι μια οικονομία που εξαρτάται περισσότερο από ξένα κεφάλαια, τραπεζικό δανεισμό, ευρωπαϊκές μεταβιβάσεις και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.

Το δημογραφικό δεν περιμένει

Ακόμη και αν όλα τα υπόλοιπα προβλήματα περιορίζονταν, η δημογραφική συρρίκνωση θα αρκούσε για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις μακροχρόνιες προοπτικές της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας της Ελλάδας θα μειωθεί περίπου κατά το ένα τρίτο μέχρι το 2070. Ήδη μέχρι το 2030 αναμένεται μείωση κατά 7,2%.

Λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να στηρίζουν περισσότερους ηλικιωμένους, αυξημένες ανάγκες υγείας, το ασφαλιστικό σύστημα και ένα κράτος που εξακολουθεί να κουβαλά το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εξίσωση μπορεί να ισορροπήσει μόνο μέσα από μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, υψηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, επιστροφή Ελλήνων που μετανάστευσαν και μια σοβαρή, οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική.

Μέχρι σήμερα, όμως, η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε να αντισταθμίσει τη δημογραφική υποχώρηση.

Και όσο οι νέοι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία, σταθερή εργασία και εισόδημα που να επιτρέπει τη δημιουργία οικογένειας, το πρόβλημα ανατροφοδοτείται.

Το χρέος μειώνεται, αλλά η χώρα δεν έγινε ξαφνικά πλούσια

Η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελεί πραγματική επιτυχία.

Το χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνεται. Παράλληλα, η δομή του είναι πολύ ασφαλέστερη από εκείνη της περιόδου πριν από τα μνημόνια: έχει μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής, υψηλό ποσοστό σταθερών επιτοκίων, ευρωπαϊκούς επίσημους πιστωτές και σημαντικό ταμειακό απόθεμα.

Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με έναν άμεσο κίνδυνο χρεοκοπίας όπως το 2009 και το 2010.

Αυτή η διαφορά είναι ουσιώδης και δεν πρέπει να αποκρύπτεται.

Η ασφάλεια, όμως, που προσφέρει η σημερινή δομή του χρέους δεν πρέπει να συγχέεται με οικονομική ευρωστία.

Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στηρίζεται στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, στις πρόωρες αποπληρωμές και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την οποία ενισχύει και ο πληθωρισμός.

Η χώρα θα χρειάζεται για πολλά χρόνια δημοσιονομική πειθαρχία και υψηλά πλεονάσματα. Αυτό περιορίζει αναπόφευκτα τον χώρο για γενναίες παρεμβάσεις στην υγεία, την παιδεία, τη στέγαση, τις υποδομές και τη δημογραφική πολιτική.

Το χρέος είναι πλέον καλύτερα διαχειρίσιμο. Δεν έχει πάψει, όμως, να επηρεάζει τις επιλογές της χώρας.

Θα ξαναζήσουμε το 2010;

Όχι απαραίτητα – και πιθανότατα όχι με την ίδια μορφή.

Οι τράπεζες είναι ισχυρότερες, το Δημόσιο δεν εξαρτάται από τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό όπως τότε, υπάρχουν υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική είναι διαφορετική.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι μια ξαφνική στάση πληρωμών ή ένα πρωινό με κλειστές τράπεζες.

Είναι κάτι πιο αργό και γι’ αυτό ίσως πιο δύσκολο να γίνει έγκαιρα αντιληπτό.

Η ευρωπαϊκή επενδυτική ώθηση υποχωρεί. Η ανάπτυξη πλησιάζει σταδιακά το 1% ή το 1,5%. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή. Ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας μειώνεται. Τα δημόσια έσοδα πρέπει να παραμένουν υψηλά για να παράγονται πλεονάσματα. Η στέγαση, η ενέργεια και τα βασικά αγαθά απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.

Οι μισθοί δεν συγκλίνουν ουσιαστικά με την Ευρώπη. Οι νέοι καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια ή αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό. Οι μικρές επιχειρήσεις επιβιώνουν, αλλά δυσκολεύονται να μεγαλώσουν, να επενδύσουν και να εξάγουν.

Η χώρα δεν καταρρέει θεαματικά.

Γίνεται σταδιακά γηραιότερη, ακριβότερη, λιγότερο παραγωγική και περισσότερο εξαρτημένη.

Αυτό δεν αποτελεί βέβαιη πρόβλεψη. Είναι, όμως, ένα απολύτως ρεαλιστικό σενάριο εφόσον οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν. Η εκτίμηση στηρίζεται στις προβλέψεις για επιβράδυνση της ανάπτυξης, μείωση του εργατικού δυναμικού, χαμηλή παραγωγικότητα και επίμονα εξωτερικά ελλείμματα.

Ελληνική σημαία, ραγισμένο νόμισμα του ευρώ και πτωτική οικονομική καμπύλη συμβολίζουν τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Πίσω από τους θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες, η χαμηλή παραγωγικότητα, το εξωτερικό έλλειμμα και η δημογραφική συρρίκνωση δημιουργούν νέους κινδύνους για την ελληνική οικονομία.

Ο χρόνος που κερδίσαμε τελειώνει γρήγορα

Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα πλεονέκτημα που δεν είχε πριν από τη μεγάλη κρίση: διαθέτει χρόνο.

Δεν είναι αποκλεισμένη από τις αγορές. Οι τράπεζες είναι σταθερότερες. Το χρέος έχει καλύτερη δομή. Η ανεργία έχει μειωθεί. Η χώρα έχει ακόμη πρόσβαση σε σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους.

Αυτό είναι ένα πολύτιμο παράθυρο ευκαιρίας.

Δεν είναι πιστοποιητικό οριστικής σωτηρίας.

Αν οι πόροι κατευθυνθούν στην τεχνολογική αναβάθμιση, στη μεταποίηση, στην έρευνα, στις εξαγωγές, στην ενέργεια χαμηλού κόστους, στις υποδομές και στην εκπαίδευση, η οικονομία μπορεί να αλλάξει πορεία.

Αν, αντίθετα, καταναλωθούν σε πρόσκαιρες ενισχύσεις, εισαγόμενο εξοπλισμό χωρίς εγχώρια παραγωγική συνέχεια, ακίνητα, επιδοτούμενη κατανάλωση και έργα περιορισμένης απόδοσης, το αποτέλεσμα θα είναι μια προσωρινή βελτίωση των αριθμών χωρίς ουσιαστική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου.

Η πραγματική επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσα δισεκατομμύρια απορροφήθηκαν.

Θα κριθεί από το τι θα παράγει η Ελλάδα όταν αυτά τα δισεκατομμύρια σταματήσουν να εισρέουν με τον σημερινό ρυθμό.

Δεν χρειάζεται πανικός. Χρειάζεται ειλικρίνεια

Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται σήμερα στο σημείο όπου βρισκόταν το 2009.

Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο παραβλέπει τις σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στα δημόσια οικονομικά, στις τράπεζες και στη διαχείριση του χρέους.

Όποιος, όμως, υποστηρίζει ότι η χώρα έχει αφήσει οριστικά πίσω της τα βαθύτερα προβλήματα της κρίσης παραβλέπει εξίσου σημαντικά στοιχεία.

Η χαμηλή παραγωγικότητα, το μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα, η εξάρτηση από εισαγωγές και ευρωπαϊκά κεφάλαια, η δημογραφική συρρίκνωση, η αδυναμία αποταμίευσης και η πίεση που βιώνουν τα νοικοκυριά δεν είναι λεπτομέρειες.

Είναι η πραγματική οικονομία.

Τα χειρότερα δεν είναι αναπόφευκτα. Δεν έχουν προεξοφληθεί και δεν υπάρχει λόγος να καλλιεργείται πανικός.

Αν όμως συνεχίσουμε να επιλέγουμε μόνο τους αριθμούς που εξυπηρετούν το εκάστοτε πολιτικό αφήγημα, θα χάσουμε ακόμη μία ευκαιρία να διορθώσουμε την πορεία πριν οι επιλογές μας περιοριστούν ξανά από τις συνθήκες.

Η Ελλάδα αγόρασε χρόνο με μεγάλο κοινωνικό κόστος.

Το ερώτημα είναι αν θα τον αξιοποιήσει για να δημιουργήσει μια οικονομία που μπορεί να σταθεί μόνη της ή αν, όταν τελειώσει η σημερινή ευρωπαϊκή ώθηση, θα ανακαλύψει ότι απλώς ανέβαλε την επόμενη δύσκολη ημέρα.

Βασικές πηγές

  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «2026 Country Report – Greece», 3 Ιουνίου 2026.
  • Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «Greece: 2026 Article IV Consultation», Μάιος 2026.
  • Τράπεζα της Ελλάδος, «Ισοζύγιο Πληρωμών: Δεκέμβριος 2025», 20 Φεβρουαρίου 2026.
  • Τράπεζα της Ελλάδος, «Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2025», Απρίλιος 2026.
  • Eurostat, «Purchasing Power Parities for GDP per capita in 2025», Μάρτιος 2026.

ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΕ ΕΠΑΦΗ!

Θα θέλαμε να σας ενημερώνουμε για τις τελευταίες ειδήσεις και δημοσιεύσεις μας 😎

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.