Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124
Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124

Φάκελος Ηλεκτροκίνηση | Μέρος Β’
Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί το δεύτερο μέρος της έρευνας του Έλλην Πολίτης για το πραγματικό κόστος της ηλεκτροκίνησης. Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τι σημαίνει η μετάβαση για τον ίδιο τον καταναλωτή, από την αγορά και τη χρηματοδότηση μέχρι την απαξίωση και τη μεταπωλητική αξία ενός EV.
Αν φτάσατε πρώτα στο δεύτερο μέρος, αξίζει να ξεκινήσετε από την αρχή της έρευνας:
→ Μέρος 1: Ηλεκτρικό αυτοκίνητο, το φθηνό χιλιόμετρο που μπορεί να κοστίσει ακριβά στον καταναλωτή
Στο δεύτερο μέρος αφήνουμε για λίγο το αυτοκίνητο και κοιτάμε πίσω από την πρίζα. Εκεί αρχίζει η μεγαλύτερη εικόνα.
Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν εκπέμπει καυσαέρια στον δρόμο.
Η ενέργεια που χρησιμοποιεί όμως δεν εμφανίζεται μόνη της στην πρίζα.
Για να φτάσει μέχρι εκεί χρειάζονται σταθμοί παραγωγής, φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, δίκτυα μεταφοράς, υποσταθμοί, μετασχηματιστές, συστήματα αποθήκευσης και τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών.
Σε αρκετές περιπτώσεις χρειάζονται επίσης γη και νερό. Αυτό δεν ακυρώνει το περιβαλλοντικό όφελος της ηλεκτροκίνησης. Υποχρεώνει όμως να κοιτάξουμε ολόκληρη την αλυσίδα και όχι μόνο την εξάτμιση του αυτοκινήτου.
Ας ξεκινήσουμε από κάτι που πρέπει να είναι καθαρό.
Τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ρυπαίνουν συνολικά όσο τα βενζινοκίνητα.
Ανάλυση κύκλου ζωής του ICCT για την Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμά ότι ένα αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο που πωλείται σήμερα προκαλεί περίπου 73% λιγότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στον συνολικό κύκλο ζωής του από ένα αντίστοιχο βενζινοκίνητο.
Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται η κατασκευή του αυτοκινήτου, η μπαταρία, η παραγωγή ενέργειας και η χρήση.
Η ηλεκτροκίνηση έχει λοιπόν πραγματικό περιβαλλοντικό όφελος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μετάβαση μπορεί να γίνει χωρίς νέες πιέσεις στους φυσικούς πόρους.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η ηλεκτροπαραγωγή έχει γίνει αισθητά καθαρότερη.
Το 2025 περίπου το 47% της ηλεκτρικής παραγωγής προήλθε από ανανεώσιμες πηγές, περίπου 23% από πυρηνικά και λίγο κάτω από 30% από ορυκτά καύσιμα.
Η πρόοδος είναι σημαντική. Παρόλα αυτά, σχεδόν τρεις στις δέκα κιλοβατώρες εξακολουθούν να συνδέονται με ορυκτά καύσιμα. Παγκοσμίως η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί είναι μεγαλύτερη.
Ο IEA προβλέπει ότι ΑΠΕ και πυρηνικά μαζί μπορούν να πλησιάσουν το 50% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής μέχρι το 2030. Ο άνθρακας όμως αναμένεται να παραμένει η μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή ηλεκτρισμού και η παραγωγή από φυσικό αέριο να συνεχίσει να αυξάνεται.
Η αύξηση της ηλεκτροκίνησης επομένως συμβαίνει την ίδια στιγμή που το παγκόσμιο ηλεκτρικό σύστημα βρίσκεται ακόμη στη δική του μετάβαση.
Η μεγάλη αλλαγή δεν αφορά μόνο τα αυτοκίνητα.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον προστίθενται εκατομμύρια ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Ο IEA εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρισμού θα αυξάνεται κατά μέσο όρο περίπου 3,6% τον χρόνο την περίοδο 2026 έως 2030.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες αυτής της αύξησης, μαζί με τη βιομηχανία, τον κλιματισμό και τα data centers. Ο παγκόσμιος στόλος EV κατανάλωσε περίπου 250 TWh ηλεκτρικής ενέργειας το 2025. Μέχρι το 2035 αυτή η ζήτηση μπορεί να ξεπεράσει τις 1.500 TWh.
Η Ευρώπη θα χρειαστεί επίσης εκατοντάδες επιπλέον TWh για να πετύχει τους στόχους ηλεκτροποίησης των μεταφορών, της θέρμανσης και άλλων δραστηριοτήτων.
Η μετάβαση λοιπόν δεν απαιτεί μόνο καθαρότερο ηλεκτρισμό.
Απαιτεί πολύ περισσότερο ηλεκτρισμό.
Τα data centers κατανάλωσαν περίπου 485 TWh παγκοσμίως το 2025. Ο IEA εκτιμά ότι η κατανάλωσή τους μπορεί να πλησιάσει τις 950 TWh μέχρι το 2030. Πρόκειται σχεδόν για διπλασιασμό μέσα σε πέντε χρόνια.
Τα κέντρα δεδομένων που εξυπηρετούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της αύξησης.
Αυτό σημαίνει ότι η ίδια ενεργειακή υποδομή πρέπει να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, περισσότερη βιομηχανία, περισσότερη θέρμανση και μια ψηφιακή οικονομία που ζητά ολοένα περισσότερη υπολογιστική ισχύ.
Υπάρχει μάλιστα ακόμη μία λεπτομέρεια που συχνά χάνεται.
Η πρόσθετη ηλεκτρική ενέργεια για τα data centers δεν πρόκειται να παραχθεί αποκλειστικά από ΑΠΕ.
Ο IEA εκτιμά ότι οι ανανεώσιμες πηγές θα καλύψουν μεγάλο μέρος της νέας ζήτησης, αλλά φυσικό αέριο, άνθρακας και πυρηνική ενέργεια θα συνεχίσουν επίσης να συμμετέχουν.
Άρα η αύξηση της ηλεκτροδότησης δεν ισοδυναμεί από μόνη της με μηδενικές εκπομπές.

Ένα νέο φωτοβολταϊκό πάρκο μπορεί να κατασκευαστεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Η αναβάθμιση όμως ενός μεγάλου ηλεκτρικού δικτύου απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο.
Ο IEA καταγράφει ήδη περισσότερα από 2.500 GW έργων παραγωγής, αποθήκευσης και νέων μεγάλων καταναλώσεων που περιμένουν να συνδεθούν στα δίκτυα. Οι ετήσιες επενδύσεις στα παγκόσμια ηλεκτρικά δίκτυα πρέπει να αυξηθούν σημαντικά ως το 2030.
Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικό θέμα. Οι επενδύσεις αυτές κοστίζουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια.
Και το κόστος των δικτύων καταλήγει τελικά στους λογαριασμούς, στους φόρους ή στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών. Γι’ αυτό η πτώση του κόστους ενός φωτοβολταϊκού πάνελ δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη πτώση στον τελικό λογαριασμό του καταναλωτή.
Η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να παραχθεί, να μεταφερθεί, να εξισορροπηθεί και, όταν χρειάζεται, να αποθηκευτεί.
Όλα αυτά έχουν κόστος.
Τα data centers έχουν ανοίξει και μια άλλη συζήτηση.
Την κατανάλωση νερού.
Μελέτη του Lawrence Berkeley National Laboratory υπολόγισε ότι τα data centers στις ΗΠΑ χρησιμοποίησαν άμεσα περίπου 66 δισεκατομμύρια λίτρα νερού το 2023, κυρίως για ανάγκες ψύξης.
Το έμμεσο υδατικό αποτύπωμα, μέσω της παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσαν, ήταν πολύ μεγαλύτερο.
Η ίδια μελέτη το εκτίμησε κοντά στα 800 δισεκατομμύρια λίτρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν πρόκειται για παγκόσμια στοιχεία και δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια σε κάθε χώρα. Δείχνουν όμως κάτι που αξίζει να θυμόμαστε.
Η ηλεκτρική ενέργεια έχει φυσικό αποτύπωμα, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι ορατό στον τελικό χρήστη.
Η πράσινη μετάβαση έχει και χωροταξικό κόστος.
Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο ηλεκτρισμό από ΑΠΕ. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα γεωργική γη, δάση, προστασία της βιοποικιλότητας και χώρο για κατοικίες και υποδομές.
Η γη δεν είναι απεριόριστη.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος καταγράφει ήδη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων στην ΕΕ και προειδοποιεί ότι η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών θα αυξήσει τη ζήτηση για γη.
Στην Ελλάδα η αντίφαση είναι ακόμη πιο εμφανής.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης χαρακτηρίζει τη Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας αναντικατάστατο φυσικό πόρο και αγαθό εθνικής σημασίας. Παρόλα αυτά, το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει υπό όρους την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ακόμη και σε γη υψηλής παραγωγικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φωτοβολταϊκό πάρκο καταστρέφει το έδαφος.
Σημαίνει όμως ότι μια έκταση που χρησιμοποιούνταν για παραγωγή τροφίμων μπορεί να δεσμευτεί για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή είναι πραγματική σύγκρουση χρήσεων.
Όταν το ίδιο χωράφι μπορεί να παράγει είτε τρόφιμα είτε ρεύμα, η απόφαση παύει να είναι απλώς ενεργειακή. Γίνεται ζήτημα στρατηγικής επιλογής.
Εδώ υπάρχει ένα σημείο που χρειάζεται μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση.
Το Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολόγισε ότι το τεχνικό δυναμικό των φωτοβολταϊκών στις ευρωπαϊκές στέγες είναι τεράστιο και θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να καλύπτει περίπου το 40% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται για θεωρητικό τεχνικό δυναμικό, όχι για υπόσχεση άμεσης εφαρμογής.
Δημιουργεί όμως ένα εύλογο ερώτημα.
Πριν δεσμευτεί γεωργική γη, πόσο έχουν αξιοποιηθεί οι στέγες κατοικιών, τα βιομηχανικά κτίρια, οι αποθήκες, τα εμπορικά κέντρα, οι χώροι στάθμευσης και οι ήδη υποβαθμισμένες εκτάσεις;
Η σωστή χωροθέτηση μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι απαραίτητα το φωτοβολταϊκό πάνελ. Μπορεί να είναι το σημείο στο οποίο αποφασίσαμε να το τοποθετήσουμε.
Υπάρχουν τεχνολογίες που επιτρέπουν συνδυασμό γεωργικής παραγωγής και φωτοβολταϊκών.
Τα λεγόμενα αγροβολταϊκά σχεδιάζονται έτσι ώστε το χωράφι να συνεχίζει να χρησιμοποιείται για καλλιέργεια ενώ παράλληλα παράγει ηλεκτρική ενέργεια.
Το JRC έχει υπολογίσει ότι ακόμη και η χρήση μικρού ποσοστού της ευρωπαϊκής γεωργικής γης για τέτοιες εγκαταστάσεις θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει πολύ μεγάλη φωτοβολταϊκή ισχύ.
Δεν είναι λύση για κάθε καλλιέργεια και κάθε περιοχή.
Αποδεικνύει όμως ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει πάντα τη γεωργία ως ανταγωνιστή.
Χρειάζεται καλύτερο σχεδιασμό.
Η εγκατάλειψη του πετρελαίου δεν σημαίνει εγκατάλειψη των φυσικών πόρων.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι μπαταρίες, τα δίκτυα και οι ΑΠΕ χρειάζονται μεγάλες ποσότητες χαλκού, λιθίου, γραφίτη, νικελίου, αλουμινίου και σπάνιων γαιών.
Ο IEA προβλέπει ότι η συνολική ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά σχεδόν θα διπλασιαστεί μέχρι το 2040 με βάση τις σημερινές πολιτικές.
Αυτές οι πρώτες ύλες χρειάζονται εξορύξεις, επεξεργασία, μεταφορά και μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Υπάρχει και γεωπολιτική διάσταση.
Η επεξεργασία αρκετών κρίσιμων ορυκτών παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένη σε μικρό αριθμό χωρών, με την Κίνα να κατέχει κυρίαρχη θέση σε πολλές αλυσίδες.
Η μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο επομένως δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διεθνείς εξαρτήσεις. Αλλάζουν μορφή.
Η απάντηση είναι προφανής.
Χρειαζόμαστε καθαρότερη παραγωγή ηλεκτρισμού και λιγότερες εκπομπές.
Το δύσκολο ερώτημα είναι πώς θα το πετύχουμε χωρίς να δημιουργήσουμε νέα προβλήματα μεγαλύτερα από όσα λύνουμε.
Όλοι αυτοί είναι επιθυμητοί στόχοι.
Η συνύπαρξή τους όμως απαιτεί πολύ σοβαρότερο σχεδιασμό από το να αντικαταστήσουμε απλώς τον κινητήρα ενός αυτοκινήτου.
Ο καταναλωτής καλείται πρώτα να πληρώσει τη δική του μετάβαση.
Παράλληλα, μέσα από τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος και τη φορολογία συμμετέχει στο κόστος των νέων δικτύων και των ενεργειακών υποδομών.
Και όταν μειωθούν τα έσοδα από τους φόρους βενζίνης και diesel, τα κράτη θα αναζητήσουν άλλες πηγές εσόδων.
Η Βρετανία δείχνει ήδη μία πιθανή κατεύθυνση με τη χρέωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων ανά διανυόμενο μίλι από το 2028.
Άρα ο πολίτης πρέπει να είναι προσεκτικός όταν ακούει ότι η ηλεκτροκίνηση θα είναι για πάντα φθηνότερη επειδή σήμερα η οικιακή φόρτιση κοστίζει λιγότερο από τη βενζίνη.
Οι σημερινές φορολογικές συνθήκες δεν είναι βέβαιο ότι θα παραμείνουν ίδιες.
Ούτε οι σημερινές ανάγκες του ηλεκτρικού δικτύου.
Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των εκπομπών.
Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητο κομμάτι ενός καθαρότερου ενεργειακού συστήματος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε έργο που χαρακτηρίζεται «πράσινο» είναι αυτομάτως σωστό, ούτε ότι το κόστος του παύει να υπάρχει επειδή μειώθηκαν οι εκπομπές άνθρακα.
Χρειάζεται να μετράμε και τη γη.
Ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται επειδή αλλάζουμε ενεργειακή τεχνολογία. Αλλάζει μορφή και μετακινείται σε διαφορετικά σημεία της οικονομίας.
Γιατί αν ζητάμε από τον πολίτη να αλλάξει αυτοκίνητο, τρόπο θέρμανσης και τρόπο κατανάλωσης ενέργειας, οφείλουμε τουλάχιστον να του πούμε με ειλικρίνεια πόσο θα κοστίσει η αλλαγή και ποια προβλήματα εξακολουθούν να παραμένουν.
Το χειρότερο δεν είναι να αποδειχθεί ότι η μετάβαση είναι ακριβή.
Το χειρότερο θα είναι ο πολίτης να ανακαλύψει το πραγματικό κόστος αφού πρώτα έχει δεσμεύσει για χρόνια το εισόδημά του.